Dead Man Walking

Του Σταμάτη Τζιώλα

Dead man walking. Ο νεκρός περπατάει. Η μικρή φράση που ακούγεται στις πτέρυγες θανατοποινιτών, όταν ο μελλοθάνατος κρατούμενος οδεύει προς τον χώρο εκτέλεσης της μακάβριας τιμωρίας. Αυτήν τη φράση επέλεξε ο Tim Robbins για να τιτλοφορήσει τη δεύτερη μεγάλου μήκους σκηνοθετική του δουλειά, πίσω στο 1995, με την οποία απέδειξε εμφατικά ότι, πέραν από ξεχωριστός ηθοποιός εγνωσμένης αξίας, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ένας στιβαρός, συνειδητοποιημένος δημιουργός.     

Το φιλμ περιγράφει τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της καλόγριας Helen Prejean (Susan Sarandon) και του φυλακισμένου θανατοποινίτη Matthew Poncelet (Sean Penn), στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ. Ο Matthew έχει καταδικασθεί για τον βιασμό και τον φόνο ενός νεαρού ζευγαριού, διανύοντας την τελευταία του εβδομάδα πριν η θανατηφόρα ένεση κόψει το νήμα της ζωής του. Η Helen του συμπαραστέκεται, τον καθοδηγεί πνευματικά και τον προετοιμάζει να αντιμετωπίσει το επερχόμενο τέλος του, προσπαθώντας να τον ωθήσει στη λύτρωση της ύπαρξής του. Παράλληλα, καλοπροαίρετη, υπομονετική και ακούραστη, προσφέρει την παρηγοριά και τη συμπόνια της και στις οικογένειες των θυμάτων, οι οποίες εντούτοις αδυνατούν να κατανοήσουν τη στάση της προς τον δολοφόνο των παιδιών τους, αντιμετωπίζοντάς την με καχυποψία και επιφυλακτικότητα, στα όρια της εχθρότητας. Όταν το αίτημα για αναίρεση της θανατικής ποινής του Matthew απορρίπτεται οριστικά, ο τραγικός επίλογος θα είναι αμετάκλητος.    

Το σενάριο έγραψε ο Robbins μαζί με την συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου, την ίδια την Helen Prejean, ρωμαιοκαθολική καλόγρια και ενεργό μέλος του κινήματος υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής. Το βιβλίο βασίζεται στις αληθινές της εμπειρίες με δύο κατάδικους, δίπλα στους οποίους στάθηκε μέχρι και την εκτέλεσή τους. Τα, εξαιρετικού ψυχικού βάθους και κρυστάλλινης πνευματικής διαύγειας, διαλογικά μέρη οδηγούν με ασφάλεια την ταινία, υποστηριζόμενα προφανώς από τις συνταρακτικές ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών, των οποίων τα - γεμάτα πόνο και αγωνία - πρόσωπα καταγράφονται στην κάμερα με ασφυκτικά κοντινά πλάνα. Οι συμπληρωματικοί χαρακτήρες συμβάλλουν στην ενίσχυση της δραματουργίας και ενσαρκώνονται από γνώριμους, ικανότατους, ηθοποιούς όπως, μεταξύ άλλων, οι Robert Prosky, R. Lee Ermey, Raymond J. Barry, Celia Weston, κ.α. 

Στα Oscar του 1996, η Sarandon (επί χρόνια υπήρξε σύντροφος του Robbins) κέρδισε πανάξια το χρυσό αγαλματίδιο, ενώ ο Penn ήταν επίσης υποψήφιος. Αντίστοιχη υποψηφιότητα υπήρξε τόσο για την άρτια σκηνοθεσία όσο και για το ομότιτλο, χαμηλών τόνων, τραγούδι του Bruce Springsteen, το οποίο ο «Boss» έγραψε αποκλειστικά για το φιλμ. 

Εντούτοις, η αξία ενός τέτοιου καλλιτεχνικού έργου δεν αποτιμάται μόνο μέσω της εκτεταμένης κριτικής αναγνώρισης και των βραβεύσεων στα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο. 

Πρόκειται για σινεμά που εγείρει βαθύ προβληματισμό και (πρέπει να) ωθεί σε εμβριθείς συζητήσεις αναφορικά με το κατά πόσον η βαναυσότητα μίας (ατομικής) πράξης οφείλει να ανταποδίδεται με ίσης σκληρότητας (κοινωνικό - θεσμικό) ρεβανσισμό μέσω της αποτρόπαιας, τελεσίδικης ποινής. Εν ολίγοις, μας καλεί να αναρωτηθούμε ποιά οφείλουν να είναι τα συλλογικά αντανακλαστικά των κοινωνιών που αυτοαποκαλούνται πολιτισμένες απέναντι σε ειδεχθή εγκλήματα και στα πρόσωπα που τα διέπραξαν. 

Προς αυτήν την κατεύθυνση, το «Dead Man Walking» («Θα Ζήσω» η ελληνική μετάφραση) προκαλεί μία υπέρτατη συγκίνηση που υγραίνει τα μάτια, αναδεικνύει τον υποβόσκοντα ανθρωπισμό που, ακόμα και αν δεν είναι πάντοτε πρόδηλος, συνεχίζει να επωάζεται μέσα μας, αναβλύζει συναισθήματα με γενναιοδωρία και προσδίδει συγκλονιστικό νόημα στις έννοιες αποδοχή, αυτοκριτική, μεταμέλεια, συμπαράσταση, συντροφιά, συγχώρεση, κάθαρση.

Διαβάστε Επίσης

Twitter icon
Facebook icon
Google icon
StumbleUpon icon