"Μεταναστεύοντας" του Ανδρέα Ντούτσια

Ένα διήγημα του Ανδρέα Ντούτσια

Μεταφράστε μου τις λέξεις γιατί τη γλώσσα σας ακόμα δε νοώ. Σε τούτο το σημείο που έφτασα, περήφανα μιλάω και σκέπτομαι και με ένα χαμόγελο θα σας τα πω. Εσείς βουρκώνετε για μένα, σκιρτά η καρδιά σας και άλλοι με απέχθεια μουρμουράτε καθώς απομακρύνεστε. Μα εγώ έπαψα να φοβούμαι στα μικράτα μου και τώρα πια τη ζωή αγναντεύω με  άλμη και χαρά. Από δω που σας μιλώ, το άνετο σπίτι μου πλάι στο νερό. Μα σ΄αυτό δε μπαίνω. Δε τολμώ. Μόνο τούτο δε τολμώ γιατί έχω ακόμα αλμύρα μέσα στα ρουθούνια και στα σπλάχνα. Άνετα δε κάθεστε δω γύρω χωριανοί; Χαίρομαι που σας μιλώ και με κοιτάτε. Χαίρομαι που νοιαστήκατε να κάτσετε μαζί μου και ας μη καταλαβαίνετε τι λέω. Στα κοινοβούλια και στα σαλόνια θα΄χαμε μεταφραστές εκπαιδευμένους, κρασί και λιχουδιές και γλυκίσματα. Ωραία ρούχα και ακριβά καλύμματα στις καρέκλες. Εδώ όμως έχουμε θάλασσα στο πλάι. Να, βγάλτε τα πόδια σας στην άκρια, ταλαντώστε τα πάνω από τα ψαράκια που γλύφουνε το μόλο. Όστρακα είμαστε που κρύβουν μαργαριτάρια. Μαργαρίτες με πέταλα βαριά από το αιώνιο ερώτημα. Ξαπλώστε και κοιτάξτε τα νεφέλη καθώς τρέχουν. Όταν πειστείτε, σηκωθείτε στους αγκώνες και αγναντέψτε στην αντικρινή στεριά. Και κει ήμουν. Είχα σπίτι από τσιμέντο και σίδερα, μα ένιωθα πως έβρεχε μονίμως. Δέκα μέρες είχα σπίτι εκεί. Σεις το λέτε φυλακή και κάτεργο μα ό,τι έχει τοίχους πια το λέω σπίτι μου γιατί το δικό μου πια δεν έχει. Χαλάσματα είναι η καταγωγή μου. Σφαίρες, οβίδες και κλάματα. Στο θεό μου, σας ορκίζομαι, δεν τ΄ απαρνιέμαι, μα τώρα, να, με όλους εσάς γύρω μου ξεχνιέμαι. Ξέρετε, αγαπημένοι μου, το σώμα μου το άγγιξε ο τρόπος εκείνος που γερνάει τον θυμό και τη βαναυσότητα. Περπάτησα πάνω στην άμμο, στο νερό και στον αέρα. Στις νάρκες έκανα τραμπάλα με τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου, αχ, να βλέπατε πώς γέλασε η κόρη μου εκείνη τη στιγμή.

Τώρα απαιτώ να δω τον ουρανό δίχως δάκρυα να μου χυμάνε σαν οβίδες. Να ξαπλώνει στις κόγχες των ματιών χωρίς παρεμβολές. Οι αναμνήσεις, οι ελπίδες ταξιδεύουν σε βραχέα και φτάνουν μακριά. Μπερδεύουν τις συχνότητες, ξεπερνούν τις κορυφογραμμές και, απ΄ όπου περνούν, βαλτώνουν την όραση. Θέλω να γίνω η κεραία που υψώνεται πάνω από τις κρινοειδείς νεφέλες, αιωρούμενος μέσα στην απεγνωσμένη προσπάθεια των αστεριών ν΄ ανατιναχτούν. Να στείλω το δικό μου σήμα μακριά. Διώχνοντας το σαν στερνή ανάσα να  μπει στη κοιλότητα των γιασεμιών φτιάχνοντας ένα γύρο θανάτου. Να δινηθεί,  να σπειρωθεί, να γίνει η καμπύλη των βλεφάρων μου και ήλιος φωτεινός.  Απόψε κάποιο όνειρο θα το κρατήσω, μη κοιμηθεί στην αγκαλιά του φεγγαριού, τούτη τη δαμόκλειο σπάθη του κόσμου. Απαιτώ να αντικρύσω τον ουρανό αναγνωρίζοντας ότι ήμουν εγώ το λάθος και όχι ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος φτιάχτηκε από νομάδες, από ρίζες που ξεχύνονται μακρύτερα από το όνομα μιας γης.

Σε τούτο το σημείο που έφτασα, μια δερμάτινη θήκη αφαλάτωσης είμαι, καθισμένος κάτω από τον ήλιο, τον δικό σας και τον δικό μου. Μέσα στη σιωπή θα ακούσετε το νερό να εξατμίζεται από το σώμα μου αφήνοντας μόνο το αλάτι. Μέσα στον χρόνο θα δείτε τις πληγές μου να επουλώνονται. Και σε κάποιο ηλιόγερμα θα με ακούσετε να μιλάω τη δική σας γλώσσα. Μη με ονοματίσετε κλέφτη.

Twitter icon
Facebook icon
Google icon
StumbleUpon icon