Τα Κύθηρα είναι ο τόπος που πάντα ονειρευόσουν, του Ανδρέα Καλλιβωκά

Μια ξαφνική ιδέα, σαν καλοκαιρινή καταιγίδα, μας έβαλε στο δρόμο για τα Κύθηρα. Όταν η ιδέα έπεσε, το έτερό μου ήμισυ με κοίταξε αποσβολωμένο. Πως θα μπορούσε να μην είναι έτσι!! Σάββατο πρωί να απολαμβάνεις τον καφέ σου και ξαφνικά  κάποιος να σου λέει: «Φύγαμε για Κύθηρα; Κάπου δεν πρέπει να πάμε διακοπές;» και πριν το καλοκαταλάβεις  να σε έχουν βάλει στο αυτοκίνητο με χύμα  ρούχα, μπανιερά, βατραχοπέδιλα, ομπρέλες.. Όλα δήθεν τακτοποιημένα σε μια βαλίτσα!! Χρόνος προετοιμασίας 15 λεπτών και πριν  καλά-καλά το καταλάβουμε βρισκόμασταν στο δρόμο για τα Κύθηρα. Χρόνια το γυροφέρναμε, το λέγαμε και το ξελέγαμε. Κάπου στα πρώτα διόδια για Κόρινθο, ακούω το έτερό μου ήμισυ να λέει: «Καλά, έχουμε κλείσει πού θα πάμε; Χάρτες έχουμε;» Ανόητη ερώτηση…..Πρώτον, διότι φυσικά δεν είχα κάνει καμιά προετοιμασία - τι να την κάνω εξ’ άλλου; κάτι θα βρούμε όταν φτάσουμε- και δεύτερον, πάντα στο αυτοκίνητο υπάρχουν λεπτομερείς  χάρτες και φυσικά οι οδηγοί μας από τη σειρά “Ανεξερεύνητη Ελλάδα”. ΑΡΑ …… μηδέν ανησυχία. Εξ’ άλλου, μακριά από υποχρεώσεις, εύκολα κάνεις σκασιαρχεία από την καθημερινότητα και ας τον ντουνιά να σε ψάχνει. Πάτρα – Τρίπολη –Σπάρτη, όμορφη και ξεκούραστη διαδρομή. Με ατέλειωτη κουβέντα για το τι θα σκαρώσουμε όταν φτάσουμε, είδαμε ξαφνικά την πινακίδα προς ΝΕΑΠΟΛΗ. (Προορισμός Νεάπολη, μια και το πλοίο φεύγει από κει κάθε ημέρα, ενώ από το Γύθειο κάθε Πέμπτη). Σπάρτη –Νεάπολη μέσω Μονεμβασιάς για καφεδάκι, μια και είχαμε άπλετο χρόνο στη διάθεσή μας. Έτσι και αλλιώς θα παίρναμε το πλοίο της Κυριακής. Το “καφεδάκι”  στη Μονεμβασιά, πρόφαση και δικαιολογία, όταν κάπου στους Μολάους, μες στην τρελή χαρά, έχασα το δρόμο και όταν πλέον το κατάλαβα, πλησίαζα Μονεμβασία. Τι έπρεπε να απαντήσω στην εύλογη ερώτηση «Είσαι σίγουρος ότι πάμε καλά;». Με το πιο αθώο ύφος, είπα: «Φυσικά μωρό μου! Απλά σκέφτηκα ότι γουστάρεις καφέ στο κάστρο». Η πιο εύλογη ερώτηση του κάθε αναγνώστη θα είναι … «Καλά  GPS δεν έχει;;!» Φυσικά και δεν έχω!! Δεν αλλάζω με τίποτα το χάρτη απλωμένο στο καπό, πυξίδα και  ταξιδιωτικούς οδηγούς του φίλου μας του Στέφανου Ψημένου!

Καφεδάκι στο κάστρο, πορεία πιο προσεχτική μια και άρχισε να σκοτεινιάζει και σε μία ώρα ακουμπήσαμε στην άκρη του ονείρου μας, κουρασμένοι, έτοιμοι για το δεκαήμερο ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΟΥΝΑ. Που έτσι απλά, κρυφτούλι στα όνειρά μου έπαιζε από τότε που οι νότες του Γ. Κατσαρού “TΑ ΚYΘΗΡΑ ΠΟΤΕ ΔΕ ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ” πήρε θέση στα ταξιδιάρικα όνειρά μου. Πιο προσεχτικός τώρα, βρήκα το πρακτορείο με το FERRY για να περάσουμε απέναντι στην ακτή  των ονείρων μας, ταξιδευτές σε άλλους ορίζοντες. Όχι ότι και εδώ δε θα υπήρχε γκάφα. Κάτι που την άλλη μέρα θα το ανακαλύπταμε.

Ξημέρωμα Κυριακής, το FERRY έτοιμο να ξεκινήσει, βάλαμε το αυτοκίνητο. Προορισμός, το λιμάνι ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ που έγραφε ο οδηγός μας. Στρατηγείο μας για τις καθημερινές μας εξορμήσεις θα ήταν ό,τι βρίσκαμε στην ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ. Ο οδηγός μας έδινε κάποια όμορφα καταλύματα, γραφικά και ήσυχα. ΑΡΑ …….. τι πιο ωραίο από το να στήσουμε το στρατηγείο μας εκεί και κάθε μέρα μια περιπέτεια.

Με το τούτο και με το άλλο, ακουμπισμένοι στην κουπαστή, αφήναμε τη ματιά μας να χαϊδέψει το ξερό τοπίο που ανοιγόταν απέναντί μας, κρύβοντας  την πλούσια γη των Κυθήρων. Βγάλαμε το αυτοκίνητο και ρίξαμε μια πρώτη ματιά να βρούμε το ξενοδοχείο μας που είχαμε  ήδη αποφασίσει να στήσουμε στρατηγείο. Το σχέδιο προέβλεπε κάθε ημέρα και ένα διαφορετικό σημείο ενδιαφέροντος, βλέπε παραλία με όσο το δυνατόν περισσότερους δρόμους, δρομάκια, χωματόδρομους μπορούσαμε να γράψουμε στο κοντέρ, να δούμε χωριά, χωριουδάκια, γραφικά σημεία. Να γεμίσουμε εικόνες, μυρωδιές, συναισθήματα. Όλες οι πληροφορίες από τον οδηγό μας, συγκλίνανε σε ένα συμπέρασμα: Ένα βότσαλο στη μέση της θάλασσας, με όλα τα καλούδια  να έχουν γλιστρήσει από την χούφτα του Πλάστη του. Βυθισμένοι στις σκέψεις μας και στην αδημονία να ξεκινήσουμε την εξερεύνηση να βουτήξουμε στα κρυστάλλινα νερά του, ψάχναμε το ξενοδοχείο μας… όταν μια επιγραφή τράβηξε την προσοχή μας “ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΚΟΦΤΗ”. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον αποσβολωμένοι. «Καλά, εσύ δε μου είπες ότι πάμε Αγία Πελαγία;» άκουσα τη φωνή από το έτερό μου ήμισυ να μου λέει. Χαμένος στον κόσμο μου και προσπαθώντας να καταλάβω πώς κατάφερα να χαθώ σε μια ευθεία γραμμή, σταματώ έναν καλοσυνάτο  γέροντα και στην εύλογη ερώτησή μου, πήρα την πιο απίθανη απάντηση: «Μα η ΠΟΡΦΥΡΟΥΣΑ δεν πιάνει εδώ και 3 χρόνια στην Αγία Πελαγία! Στα πρακτορεία γράφει την αλλαγή κάτω από τα δρομολόγια. Εδώ είναι Διακόφτη, το νέο λιμάνι μας. Ένα μικρό στολίδι του νησιού μας» πρόσθεσε ο γέροντας με περισσή περηφάνια για το όμορφο λιμανάκι. «Μα πώς τα κατάφερες να βγούμε σε λάθος λιμάνι; Αυτό είναι παγκόσμια πρωτοτυπία» είπε σκάζοντας στα γέλια η συμβία μου. Απτόητος όμως, επανασχεδίασα τη στρατηγική μας. «Λοιπόν, ανοίγουμε χάρτες και πάμε από Διακόφτη –Αγία Πελαγία με στάση σε μικρές παραλίες, φαγητό στο δρόμο και δε χαλάμε το κέφι μας. Κάθε εμπόδιο για καλό». Με ανανεωμένο το κέφι και με διάθεση για νέες περιπέτειες, στόχος ΑΥΛΕΜΟΝΑΣ, ΠΑΛΑΙΟΠΟΛΗ, ΚΑΛΑΔΙ. Είκοσι λεπτά δρόμος και μπροστά μας ένα μαγευτικό ψαροχώρι, με σπιτάκια σα ζωγραφιά, διάσπαρτα σε μια χούφτα γη να βρέχεται από μια μικρή λουρίδα καθάριας θάλασσας. Κάθεσαι για έναν καφέ και μια βουτιά και δε θέλεις να αλλάξεις εικόνα και συναισθήματα. Μια εικόνα, που σου γεννά χωρίς κόπο, τη διάθεση να μην θες  ν να πας αλλού. Ακούς μόνο το ξεγλίστρημα τής θάλασσας σε 2 μέτρα άμμο, μαζί με το πνιγμένο βογκητό σαν από ερωτικό απάντεμα μιας λάγνας θάλασσας, στις μικρές σπηλιές του διψασμένου για ερωτοτροπήματα βράχου. Σταλίδες  νερού σε ακουμπούν, καθώς αγνάντι το μάτι σου παίζει στο βάθος του ουρανού. Μια παρόρμηση και μια στιγμή αφήνεις το δροσερό νερό τής θάλασσας των Κυθήρων να σ’ αγκαλιάσει. Μικρές και χαλαρές κινήσεις απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, απομακρύνεσαι από τη ζωγραφιστή παραλία, ένα ανακάτεμα βράχων και άμμων και πάνω από τα χαμηλά σπίτια, βιγλάτορας του τόπου, φρουρός των οριζόντων, η εκκλησιά της Αγίας Μόνης. Θαρρείς και χάνεται στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού. Μένεις να κοιτάς, να ρουφάς, να απολαμβάνεις.

Καλαδί

Ένα χωριουδάκι που σ’ αφήνει στίγμα στην καρδιά και μια λαβωματιά σα του λες αντίο. Πρώτη στάση για φαγητό σε υπέροχες ψαροταβέρνες, καφεδάκι στο μπαλκονάκι μιας γραφικής καφετέριας, ένα μικρό κλεφτό ερωτικό βλέμμα πίσω μας και ξανά.. προς τη δόξα τραβάμε! Αριστερά στο φιδωτό δρόμο, μια υπέροχη παραλία και αμέσως μετά αριστερά, ανοίχτηκε και μας καλούσε ένας σχεδόν ασφάλτινος, στενός δρομάκος. Στρίψαμε και συνεχίσαμε μέχρι που ένα πλάτωμα σου λέει “ως εδώ”. Λίγο πριν, μια ταμπέλα έδειχνε ΚΑΛΑΔΙ. Στάση και αφήνουμε το βλέμμα να φτάσει μακριά στο Αιγαίο. Στην άκρη του  γκρεμού μια νέα ομορφιά, πιο προκλητική από ότι είχαμε δει, μας καλεί να την καταχτήσουμε. Μια ζωγραφιά –παραλία στο βάθος του γκρεμού, μόλις διακρίνεις ανθρώπους. Τριψήφιος αριθμός σκαλοπατιών, λίγο απότομα, λίγο το προηγούμενο ουζάκι, λίγο τα δεύτερα μισά των δικών μου πρώτων  “ηντα”, δεν το παίρνεις και εύκολα απόφαση να κατεβείς. Άντε και κατέβηκα. Μετά ποιος θα τρέχει να με μαζέψει;! Άστο καλύτερα. Δε θα κατεβούμε; H τολμηρή και ριψοκίνδυνη συμβία μου, έτοιμη με την τσάντα και τα βατραχοπέδιλα, για νέα βουτιά. «Άστο καλύτερα. Το ουζάκι με έχει ζαλίσει και δεν κάνει να κάνουμε μπάνιο σε τέτοια κατάσταση». «ΟΚ. Πάμε τότε» και με μια κίνηση πέταξε ξανά τσάντες, βατραχοπέδιλα και τα λοιπά σύνεργα, στο αυτοκίνητο. Τώρα, ή η ιδέα μου ήταν, ή πράγματι είδα κάτι σαν ειρωνεία.

Πορείας συνέχεια... Γραμμή για Μυλοπόταμο... Μην τυχόν και πάμε ευθεία. Όπου στροφή και καλντερίμι εμείς να το ανοίξουμε. Χωράμε - δεν χωράμε να περάσουμε. Αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Η συμβία μου αποφάσισε να το παίξει <<μικροί εξερευνητές>> και άντε τώρα να ορθώσεις ανάστημα. Εκεί όμως που βλέπεις στο χάρτη μια διαδρομή στροφιλίκη και λες να πάρω το δραμαμινικό μου, ανακαλύπτεις το απίστευτο για νησί οδικό δίκτυο, της  μιας δρασκελιάς απόσταση, 35 χιλιόμετρα από την μια άκρη στην άλλη, και τη διάθεση να το οδηγήσεις όλο. Κάθε στροφή και μαγεία, κάθε ανηφόρα, κάθε κατηφόρα, κάθε στιγμή ένας ατέλειωτος αφουγγρασμός συναισθημάτων . Ένα υπέροχο τοπίο, άγριο, αλλά συνάμα και καταπράσινο, με μυρουδιές, με χρώματα, που δε μπορείς να τα χορτάσεις. Δεν θέλεις να οδηγείς. Μπορείς να περπατήσεις  όλο το νησί; Κάντο! Ξεχνάς πού είσαι, ποιος είσαι, ναρκώνεσαι, μαγεύεσαι. Ανείπωτη ηδονή. Τόσα χρόνια ταξιδεύω αλλά TA ΚΥΘΗΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΣΟΥΝ.

Μυλοπόταμος

ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΣ. Στάση για γλυκάκι και καφεδάκι. Αντίο προσπάθεια φιλότιμη για το δρόμο της κομψότητας, τρομάρα μου. Αφήνουμε το αυτοκίνητο να ξανασάνει στο πλάτωμα στην είσοδο του χωριού και με τα πόδια περνάμε το μικρό  γεφυράκι με την ταμπέλα ΝΕΡΑΪΔΑ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ. Αυτό για μετά. Τώρα το καφεδάκι! Άντε και το γλυκάκι… Το καφενείο, μια ζωγραφιά κάτω από ένα πανέμορφο μεγάλο πλάτανο, με μια καταπράσινη αγκαλιά να σε περιμένει να ξαποστάσεις να δροσιστείς, να γλυκαθείς. Μια μικρή γλυκιά ανάσα, στιγμές χαλάρωσης. Σίγα την ένταση, αλλά κουβέντα να γίνεται. Μετά το μικρό αλλά τόσο γλυκό διάλειμμα, γραμμή για τους καταρράκτες. Αποφασίσαμε να περπατήσουμε το στενό δρομάκι, να κατεβούμε στο τέλος του. Μια ζωγραφιά, μια εικόνα που σ’ αφήνει άφωνο. Σίγουρα νεράιδες το έκτισαν. Μέσα σε ένα απίστευτα καταπράσινο τοπίο, πάνω από το κεφάλι μας καταρράκτες πέφτουν με ορμή σε μικρές λιμνούλες. Ένα τοπίο που σε κρατά ώρα, έτσι να ακούς απλά τις συγχορδίες του νερού και του αέρα, το θρόισμα των φύλλων αλλά και τις μικρές σταλαγματιές που ακουμπούν με αγάπη στις άκρες των φύλλων. Ένας ήσυχος παφλασμός, ένα σούρσιμο και μια ηδονική κραυγή με έφεραν ξανά στο παρόν. Ο “μικρός εξερευνητής” (βλέπε συμβία μου), τολμηρή όσο ποτέ, είχε αλλάξει -τρόπος του λέγειν- και βούταγε στις μικρές λιμνούλες κολυμπώντας  προς τον καταρράκτη. Συγγνώμη, αλλά να γιατί την ερωτεύτηκα. Ζήτω η τρέλα! Πριν συνέλθω είχε βγει, ντυθεί, -τρόπος του λέγειν- και με τράβαγε προς την επιστροφή. «Πάμε, έχουμε δρόμο και πρέπει να φτάσουμε και στο ξενοδοχείο». Μέσα σε χρόνο dt είχαμε μπει στο αυτοκίνητο και δρόμο για το ξενοδοχείο, αποφασισμένοι να ισιώσουμε λίγο τον δρόμο, αλλά όλα πήγαν στράφι. Μυλοπόταμος – Αγία Πελαγία σε ευθεία δε γίνεται τόσο εύκολα. Σε κάθε περίπτωση, μια δρασκελιά δρόμο και Αρωνιάδικα. Με το βλέμμα καρφωμένο στο δρόμο, μην πλανευτούμε και πάλι από νεράιδες ή άλλους πειρασμούς του τόπου, διασχίσαμε τα Αρωνιάδικα. Τι ήθελα να τα ελπίζω «Κοίτα! Σταμάτα. Σταμάτα ρε παιδί μου!» Προσπάθησα να καταλάβω τι έγινε, όταν είδα το  έτερό μου ήμισυ να κοιτά το  απέναντι πεζοδρόμιο και να φωνάζει: «Μα δεν είναι τρέλα;» Κρατήθηκα για να μην ουρλιάξω ποια είναι η τρέλα και χαλάσω τις διακοπές. Φόρεσα το καλλιτεχνικό μου χαμόγελο. <<Τι είναι αστεράκι μου πάλι;>> Το εύρημα ήταν ένα πραγματικό καφενείο στολίδι πάνω στην στροφή του δρόμου. Πλήρης και πιστή αναπαλαίωση καφενείου μιας άλλης εποχής, φτιαγμένο από ένα νέο άνθρωπο. Νέο σταμάτημα να δούμε και εδώ τον καφέ. Άξιζε τον κόπο. Πραγματικός καφές στη χόβολη. Ξανά στο αυτοκίνητο και τώρα τέρμα τα αστεία. Ολοταχώς για το φινάλε της πρώτης ημέρας. Μεταξύ φαγητού, ούζου, καφέ τρεις φορές, γλυκού του κουταλιού δυο φορές, και ενός γαλακτομπούρεκου, δεν είχα άλλες αντοχές. Μα αυτή η γυναίκα δεν κουράζεται; Βυθισμένος στο δρόμο, σε λίγα λεπτά φτάνουμε στο όμορφο, γραφικό χωριουδάκι που ήταν ο αρχικός προορισμός μας. Σε μια στροφή του δρόμου ξάπλωνε σα μικρή ζωγραφιά στα πόδια μας. Διασχίσαμε το μικρό χωριό και στην άλλη άκρη πάνω στο βράχο επιτέλους βρήκαμε το στρατηγείο των επομένων ημερών. Αγία Πελαγία. Ο πρώτος προορισμός πριν κάνω την γκάφα και χαθούμε -εγώ δεν έφταιγα, το λιμάνι άλλαξε θέση-.Τι χαθήκαμε βέβαια! Δεν χάνεσαι με γαλακτομπούρεκα, γλυκά του κουταλιού και δε βάζει ο νους σου τι άλλο, “χάσιμο” πάθαμε. Αγία Πελαγία! Μια ζωγραφιά ξαπλωμένη στα χρώματα του Αιγαίου. Δυο στροφές μετά, στο τέρμα του χωριού σκαρφαλωμένο πάνω στο βράχο, ένα μικρό ξενοδοχείο, σκέτο μερακλούδικο  μπιχλιμπίδι. Στάση, ξεφόρτωμα, και γραμμή για το δωμάτιο να αφήσω το κορμάκι να αγαλλιάσει. Κάποιος είπε, τα όνειρα είναι για να τα διεκδικούμε. Αυτός που το είπε προφανώς δεν είχε ζήσει με το λατρεμένο μου έτερο ήμισυ. Γλυκοερωτοτροπούσα με το κρεβάτι μου, αλλά η ξαφνική διάθεση -όχι δική μου- για βόλτα και εξερεύνηση, μου έκοψε κάθε φόρα. Πειθήνια και πρόθυμα, περπάτησα σε ρομαντική περατζάδα τη μικρή αλλά πραγματικά γραφική παραλία του μικρού χωριού. Επιτέλους ο γλυκός ήχος «πάμε γλυκούλη μου να κοιμηθούμε γιατί είσαι και κουρασμένος», σαγήνευσε τα αυτιά μου. Οι χρόνοι που τρέξανε από ‘κει και πέρα μέχρι τα ματάκια μου να χαμογελάσουν τρυφερά στα όνειρα, ήταν μη μετρήσιμοι.

Αγία Πελαγία

Επτά ημέρες στη χώρα που πάντα ονειρευόμουν, 678 χιλιόμετρα διαδρομές να ανακαλύψεις και τα πιο μπιζουδιάρικα σημεία. Κρυφές γωνιές και μυρουδιές, που αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατό να συνυπάρχουν. Κάθε ημέρα και με άλλα χρώματα, να χτίζουν τις δικές τους θύμησες, να σκαλίζουν τις αισθήσεις μας, να αφυπνίζουν ξεχασμένα συναισθήματα. Αγία  Πελαγία – Καραβάς – Πλατειά Άμμος και προορισμός το πιο ακρινό ακρωτήρι. Ακρωτήρι Σπαθί και μια παραλία ίσα που χωράνε μια χούφτα άνθρωποι. Εκεί δίπλα γραφικό το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, να προστατεύει αυτό που του αναλογεί στα πέλαγα εμπρός του. Πλατεία Άμμος – Άγιος Νικόλαος, δρόμος βγαλμένος από το πουθενά, αλλά όταν σ’ αγκάλιαζε το καταγάλανο κρυστάλλινο νερό, έδιωχνε κάθε ίχνος σκόνης από επάνω σου και με τίποτα δεν ήθελες να αφήσεις την αγκαλιά του. Η απόλυτη ερημιά. Η ησυχία σε άφηνε να αφουγκραστείς τους δικούς σου εσωτερικούς θορύβους -που και αυτοί χαμήλωναν- να συμπορευτούν με τη γαλήνη του τόπου. Ένα πρόχειρο φαγητό με υπέροχα καλούδια που είχαμε αγοράσει από το φούρνο του Καραβά, δυο  νοικοκυραίοι άνθρωποι, να σε γεμίσουν λιχουδιές, σα να μην έφτανε ότι αγόραζες. Κάθε λιχουδιά και ένα γουργουρητό απέραντης ευδαιμονίας.

Επιστροφή στο στρατηγείο. Αλλά είπαμε, όχι από την ευθεία. Άγιος Νικόλαος – Λακούδια  – Διάσελο – Γερακάρη – Πετρούνι - Ποταμός. Χαμένοι μέσα σε ένα δάσος τόσο πυκνό, τόσο δύσβατο, που δεν μπορεί να μην αναρωτηθείς πότε θα σε βρουν αν χαθείς. Για κινητό ούτε  λόγος, νέα τεχνολογία να σε οδηγεί; Αστείο το πράγμα. Κάθε χωμάτινο δρομάκι και μια περιπέτεια. Απλά εμπιστεύεσαι την πυξίδα σου, το χάρτη και το ένστικτό σου. Με το έτσι και το αλλιώς, στάση στον Ποταμό. Υπέροχη πλατεία. Με γραφικά καφεζυθεστιατοριοπαντοπωλεία. Υπέροχο φαγητό. Ζεστασιά και χαμόγελα. Πλήρης η ημέρα μας, δίκαια το κορμάκι μου να ξεκουραστεί. Τι τα σκέπτομαι αφού δε θα γίνουν. «Πάμε έρωτα της ζωής μου μια βολτίτσα να χωνέψουμε». Τι άλλο από τη φωνή του έτερου ημίσεώς μου. Σέρνομαι στις ρούγες και στα καλντερίμια, αλλά χατίρι δε χαλάω. Που θα πάει, θα βαρεθεί και θα στανιάρουμε το κορμάκι μας. Δύο ώρες πήρε το πέρα δώθε. Πάει όμως και αυτή η ημέρα.

Η επόμενη θα ήταν μια απλή ξενάγηση σε κάποια παραλία από αυτές που είχαμε στοχοποιήσει. Φυσικά και δεν έγινε έτσι. Μια διαδρομή τόσο απλή, έπρεπε να ρίξουμε και πάλι το χιλιόμετρο του νταλικέρη. Αγία Πελαγία - Ποταμός – Αρωνιάδικα. Στάση στο γνωστό και προαναφερθέν καφενείο κατ’ εντολή του αρχηγού της αποστολής για καφεδάκι και γλυκό του κουταλιού. Μητάτα. Νέα στάση. Αυτό άξιζε τον κόπο. Εφόδια σε μέλι Κυθήρων και καταπληκτικό λαδωτήρι από το Απλυνόρι, μια γωνιά φτιαγμένη με μεράκι και απίστευτο γούστο από δύο υπέροχους και ζεστούς ανθρώπους. Πάλι προς τη δόξα τραβάμε. Φράτσια, Κάτω Λιβάδι και νέα στάση πιο artificial αυτή την φορά. Μια στάση στη γωνιά της οικογένειας Ρούσου, καλλιτέχνες αναντάμ - παπαντάμ, από πάππου προς πάππου και τώρα όλη η φαμίλια στη δημιουργία και επεξεργασία των πήλινων κομψοτεχνημάτων τους. Πραγματικά δεν ξέρεις τι να πάρεις από ενθύμια, από χρηστικά πράγματα. Υπέροχες γαβάθες για σαλάτα, πήλινα για τον ξυλοφούρνο και όχι μόνο. Κανάτια για το κρασί  της παρέας. Αριστουργήματα που αξίζει κάποιος να θυσιάσει ένα ποσό, μόνο και μόνο για την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της οικογένειας. Η συνέχεια απλή και χωρίς άλλη στάση παρά μόνο στο τέλος του δρόμου. ΚΥΘΗΡΑ, η χώρα, η πρωτεύουσα του νησιού. Αφήνεις το αυτοκίνητο στο έμπα, σταματάς για μια “οπτική” προετοιμασία στο υπέροχο μαγαζί του Σταύρου με όλους τους Κυθηριώτικους θησαυρούς, με απίστευτη τάξη και αρμονία τακτοποιημένους, προετοιμασία για την τελευταία ημέρα και τα τελευταία ψώνια και αφήνεσαι στο απαλό γλίστρημα του δρόμου που σε τραβά σε άλλη εποχή. Το κάστρο με την υπέροχη θέα, οι ρούγες και τα καλντερίμια. Κάθισε σε μια γωνιά και άφησε το μυαλό σου να γαληνέψει. Σίγουρα θα ακούσεις τους πειρατές να βγαίνουν στην ξηρά, θα ακούσεις του Βενετούς να δίνουν αίγλη στο νησί και τέλος τους Άγγλους να το χτίζουν και να το φροντίζουν. Αφήνεσαι και δε θες με τίποτα να ξανασμίξεις με το σήμερα. Από εκεί μια γρήγορη βόλτα στο κοντινό Καψάλι, μαγευτική παραλία με υπέροχες ψαροταβέρνες και με την πιο ωραία βάφλα που θα φας ποτέ από τα χέρια ενός Γάλλου που έστησε το κονάκι του σε τούτη δω την άκρη της γης, αφήνοντας οριστικά πίσω τη γαλλική φινέτσα το merci και το pardon. Πραγματικά να αγναντεύεις το πέλαγο και να αφήνεις τον ήλιο να γέρνει απαλά πάνω από τον ώμο σου, αξίζει όχι μία, αλλά χίλιες μύριες φορές τούτο το ταξίδι.

Η επιστροφή μέσα στην νύχτα βουβή, να μη χαθούν από τα λόγια οι εικόνες που χτίσαμε ολάκερη την ημέρα.

Τι κανείς να πρωτοθυμηθεί, να πρωτοφέρει στη μνήμη του, να κρατήσει στη φούχτα του. Μυρωδιές, θύμησες, εικόνες, συναισθήματα, γεύσεις… Όλα. Λες και ένα βότσαλο στη μέση της θάλασσας, με όλα τα καλούδια να έχουν γλιστρήσει από την χούφτα του Πλάστη του. Χαλκός Μελιδόνη, Λιμνίωνας. Κάθε γωνιά και μια παραλία, κάθε γωνιά και μια ζωγραφιά, κάθε γωνιά και ένα καινούριο αγνάντι.

Το καράβι αφήνει πίσω του την άσπρη γραμμή του αποχωρισμού. Δεν μπορείς να αφήσεις τα μάτια σου από την σκιά που σιγά-σιγά χάνεται στο βάθος. Σε μάγεψε τούτος ο τόπος. Σίγουρα είναι ο τόπος που πάντα ονειρευόσουν.

Ανδρέας Καλλιβωκάς

Κύθηρα το νησί της ουράνιας Αφροδίτης και του αγνού έρωτα, γνωστό από την αρχαιότητα και ως Πορφυρούσα. Ανάμεσα σε τρία πέλαγα το Μυρτώο, το Κρητικό και το Ιόνιο αγναντέβουν τα κύματα και ταξιδεύουν τον επισκέπτη. Eρωτικό καταφύγιο για το ποιο διάσημο ζευγάρι της ιστορίας, του Πάρη και της ωραίας Ελένης, τόπος ουτοπίας και αναζήτησης μέχρι της μέρες μας.

Twitter icon
Facebook icon
Google icon
StumbleUpon icon